Πτήσεις Δωματίου

ΠΤΗΣΕΙΣ ΔΩΜΑΤΙΟΥ.

Η μνήμη λειτουργεί καλειδοσκοπικά. Συλλαβές εικόνων και αισθημάτων δημιουργούν ένα πλέγμα συναιρέσεων, το οποίο καταργεί τις αποστάσεις καθώς και τα μεγέθη. Η προοπτική γίνεται ενδοτροπική.

Ο Χρήστος Κεχαγιόγλου διαπερνά τους ορίζοντες της θέασης και διεκδικεί τους κραδασμούς των εντυπώσεων που έχουν αφήσει το εκτόπισμα τους στη δική του ενδοχώρα, εκεί όπου δεν υπάρχουν ηλικίες, ρόλοι συμβάσεις, κανόνες. Με τις πτήσεις του νου και της φαντασίας μεταμορφώνεται πότε σε αετό κι άλλοτε σε μερμήγκι, μαζεύοντας στη φωλιά του ερανίσματα εικόνων από αναρριχήσεις κι εναιωρήσεις βιωμάτων της θέασης.

Τα μικρά γίνονται μέγιστα και τα μεγάλα συρρικνώνονται ή ελαχιστοποιούνται σαν την Αλίκη του Lewis Carroll να περιδιαβαίνει κάμπους και χωριά, θάλασσες και νησιά, βλέποντας τα μέσα στην τσέπη της ποδιάς της, άλλοτε πάλι κρατώντας τα μέσα στην παλάμη της, καθώς ονειρεύεται.

Χρώματα και σχήματα διαμορφώνουν τον μίτο ενός παραμυθιού, στα έργα αυτά, που υιοθετούν την οπτική ενός παιδιού. Το τυχαίο και απροσδόκητο, το αμελητέο και το σημαντικό, αλλάζουν τους παρονομαστές τους στα κλάσματα ενός χρόνου που διασυνδέει το παρελθόν με το παρόν. Ο Χρήστος Κεχαγιόγλου διασαλεύει τις παραδοχές των ισορροπιών με εσωτερικές ανακατανομές στα εικαστικά του πλάνα, που σχηματίζουν έναν χάρτη διαδρομών, περιλαμβάνοντας το εφήμερο και το αειθαλές σαν τις δύο όψεις ενός νομίσματος. Τα μακρινά γίνονται οικεία και τα γνωστά αλλάζουν ιδιότητες, απασφαλίζοντας τις κατοχυρώσεις τους. Η ταχύτητα και η αίσθηση της άνωσης επιτρέπουν στα πλέγματα της εικόνας την ακεραίωση των ψηφίδων της, καθώς αυτές τις βρίσκουμε να αποκτούν υπόγεια ενυδάτωση ζωής κι αυτόνομης δράσης. Τα κτίσματα γίνονται όντα, οι λόφοι και τα δέντρα, τα γήπεδα και τα παρτέρια ανεξαρτητοποιούνται ως μοτίβα και γίνονται νότες μουσικές, ενεργοποιώντας συναισθαντικά τις κλιμακώσεις και αποκλιμακώσεις ενός φανταστικού ταξιδιού πουν γνωρίζει σύνορα στις εκτάσεις αποδοχής του απρόβλεπτου.

Οι «Πτήσεις Δωματίου» παρουσιάζονται σαν τις ημερολογιακές σημειώσεις ενός δρομολογίου που δεν έχει αρχή και τέλος, παρά μόνο συνεχόμενες στιγμές απογειώσεων από την τύρβη της καθημερινότητας κι απ’ τα γρανάζια της φθοράς που θολώνουν το βλέμμα και το κάνουν μίζερο και μυωπικό. Ο Χρήστος Κεχαγιόγλου μας μυεί στην δική του πατριδογνωσία των ανοιχτών οριζόντων και των αποθησαυρισμάτων που αναδύονται από τα βάθη μιας «αρχαίας» χαράς για τη ζωή. Τα ζωή που δίνουν τα δικά του φτερά, καθώς δεν λιώνουν από τον ήλιο όπως του Ίκαρου, γιατί εκείνα τον ήλιο τους τον έχουν απορροφήσει στη λάμψη των χρωμάτων και των σχεδιομορφών, που επαναστατημένα, αυθαιρετούν. Με αυθαιρεσίες άλλωστε χτίζονται και τα όνειρα και οι παράτολμες αμυγδαλιές που ανθίζουν μες στο καταχείμωνο.

ΑΘΗΝΑ ΣΧΙΝΑ, Μάρτιος 2000.