Δώδεκα Νύχτες – Δώδεκα Μήνες

Ο ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ ΛΟΙΠΟΝ ΕΔΩ.

Νύχτες. Ωραίες πάντα ημέρες οι νύχτες. Με πανσέληνο όπου Γης ή χωρίς, χωρίς της Σελήνης το δύσκολο χαμόγελο, τοπία πάντα εσωτερικά των ψυχών θα είναι, με τα μάτια προς τα μέσα να κοιτάνε ακόμα πιο επίμονα, ακόμα πιο διαπεραστικά.

Κι όλη η Γη τότε ένα δωμάτιο, μια Γη άλλη προσωπική, ενός ανθρώπου ιδιοκτησία, κτήμα. Η θάλασσα, οι ωκεανοί, λίμνες φωτός, το μαύρο, είπαμε, χρυσό πάντα, το πράσινο πιο πράσινο, τα χρώματα λωποδύτες, κλέφτες συγκινήσεων πολλών, και για τους άλλους κάτι, πρόσφορο εκ του υστερήματός του, προσφορά της υπεραξίας.

Ο Κεχαγιόγλου στο ίδιο δωμάτιο συνεχώς. Με τον εαυτό άγρυπνο μαζί, να τον συντροφεύει, να μεταμορφώνει τα δύο του μάτια σε ριπές βλεμμάτων, την ιστορία του σε Ιστορία Παγκόσμια, με τρυφερότητα πονηρά αθωωτική.

Ο Κεχαγιόγλου, λοιπόν, εδώ: οι Νύχτες του πότε κι αυτός πανσέληνοι, πότε κι αυτός μισοφέγγαρα, πότε κι αυτός χωρίς καθόλου φεγγάρι. Αλλά πάντα, και στο σκοτάδι το απόλυτο μέσα, πολύχρωμος, εντυπωσιασμένος, εντυπωσιακός. Και σαν Έλληνας βέβαια πολυδιάστατα επίμονα μονοδιάστατος.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ.