Πτήσεις στη Σιωπή

Ο χρόνος σταματάει
και με περιμένει.
Μέσα στο κενό
του εκπληρώνονται
όλα τα όνειρα.

Σχεδιάζω με τρόπο αυθόρμητο, μ’ ένα ιδιόρρυθμο σχεδιαστικό σύστημα που το ‘χω επινοήσει έτσι ώστε να μπορώ να χωράω ολόκληρο τον κόσμο στο τελάρο.
Μαζεύω τις γραμμές της προοπτικής, τις κουλουριάζω, τις χαλαρώνω, τις τεντώνω ανάλογα και δημιουργώ έναν χώρο ελαστικό που αγκαλιάζει τα πράγματα και τα φέρνει κοντά. Είναι μια προοπτική προσωπική, που δεν βοηθά κάποιον να αναπαραστήσει τον κόσμο, μα να τον ταχτοποιήσει μ’ έναν δικό του τρόπο.

Όλα αυτά που ζωγραφίζω, ένα σωρό πράγματα που μοιάζουν φυσικά, είναι ένας περιπλανώμενος θίασος συναισθημάτων. Κι αυτός που στέκεται απ’ έξω και κοιτά κι αναρωτιέται τι είναι όλα αυτά, συνειδητοποιεί αίφνης ότι υπάρχουν γι’ αυτόν και τον περιμένουν να τα ζωντανέψει. Δρασκελίζει τότε το κατώφλι του πραγματικού και τρυπώνει στα σπίτια με τα σκοτεινά παράθυρα, ξαπλώνει στις έρημες βεράντες και στ’ απόκρημνα βράχια, βουτάει σε επικίνδυνα νερά, σκαρφαλώνει, ταξιδεύει στο πουθενά με μια βάρκα. Και καταλαβαίνει τότε ότι είναι απαραίτητος σ’ αυτόν τον κόσμο, ότι αποτελεί την Τρίτη του διάσταση, το βάθος του μαγικού πάτσγουορκ.

Παίζω μέσα στην απόλυτη ησυχία.
Κλείνομαι και ζωγραφίζω για τον εαυτό μου και τα πράγματα παίρνουν άλλο νόημα, σημασία και διαστάσεις. Κλεισμένος στο εργαστήριο μου, ανοίγομαι στο ύπαιθρο του κόσμου.

Με σβηστές μηχανές, περιπλανώμαι σιωπηλά πάνω από τα τοπία του ανθρώπου.